επευθύνω

ἐπευθύνω (Α)
1. οδηγώ σ' ένα σημείο («ἐπευθύνειν γὰρ οὐχ ἱκανὴ τὸ σῶμα διὰ τὴν βραχύτητα» [για λαγωνικό], Ξεν.)
2. διευθύνω, διοικώ («πολίσματα πύργινα πάντ' ἐπηύθυνον», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ευθύνω «κατευθύνω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπευθῦναι — ἐπευθύνω guide aor inf act ἐπευθύνω guide aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευθύνοντ' — ἐπευθύ̱νοντα , ἐπευθύνω guide pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπευθύ̱νοντα , ἐπευθύνω guide pres part act masc acc sg ἐπευθύ̱νοντα , ἐπευθύνω guide pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπευθύ̱νοντα , ἐπευθύνω guide pres part act masc acc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευθύνει — ἐπευθύ̱νει , ἐπευθύνω guide aor subj act 3rd sg (epic) ἐπευθύ̱νει , ἐπευθύνω guide pres ind mp 2nd sg ἐπευθύ̱νει , ἐπευθύνω guide pres ind act 3rd sg ἐπευθύ̱νει , ἐπευθύνω guide aor subj act 3rd sg (epic) ἐπευθύ̱νει , ἐπευθύνω guide pres ind mp… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπεύθυνον — ἐπεύθῡνον , ἐπευθύνω guide aor imperat act 2nd sg ἐπεύθῡνον , ἐπευθύνω guide aor imperat act 2nd sg ἐπεύθῡνον , ἐπευθύνω guide imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) ἐπεύθῡνον , ἐπευθύνω guide imperf ind act 1st sg (homeric ionic) ἐπεύθῡνον …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευθύνοντα — ἐπευθύ̱νοντα , ἐπευθύνω guide pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπευθύ̱νοντα , ἐπευθύνω guide pres part act masc acc sg ἐπευθύ̱νοντα , ἐπευθύνω guide pres part act neut nom/voc/acc pl ἐπευθύ̱νοντα , ἐπευθύνω guide pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευθύνειν — ἐπευθύ̱νειν , ἐπευθύνω guide pres inf act (attic epic) ἐπευθύ̱νειν , ἐπευθύνω guide pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευθύνοντο — ἐπευθύ̱νοντο , ἐπευθύνω guide imperf ind mp 3rd pl (homeric ionic) ἐπευθύ̱νοντο , ἐπευθύνω guide imperf ind mp 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευθύνουσα — ἐπευθύ̱νουσα , ἐπευθύνω guide pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) ἐπευθύ̱νουσα , ἐπευθύνω guide pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευθύνουσαν — ἐπευθύ̱νουσαν , ἐπευθύνω guide pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) ἐπευθύ̱νουσαν , ἐπευθύνω guide pres part act fem acc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπευθύνων — ἐπευθύ̱νων , ἐπευθύνω guide pres part act masc nom sg ἐπευθύ̱νων , ἐπευθύνω guide pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.